Proffer in greek

Translation: proffer, Dictionary: english » greek

δίνω
proffer in greek

Related words

Other Languages

Related words

proffer language dictionary greek, proffer definition, to proffer, proffer define, what is proffer, proffer amarillo, proffer in greek

Translations

post-paid in greek - εκ των υστέρων, υστέρων, πληρώνονται εκ των υστέρων, των υστέρων, πραγματοποιούνται εκ των υστέρων
professorship in greek - καθηγεσία, καθηγητή, καθηγητής, τον καθηγητή, το καθηγητή
professorships in greek - έδρες, καθηγητή, εδρών, καθηγεσίες, έδρα καθηγητή
proffered in greek - προσφερόμενες, παρέσχε, προσκόμισαν, καθών, προσφερόμενης
proffering in spanish - proferir, profiriendo

Random words


Proffer in greek - Dictionary: english » greek
Translations: δίνω