Regain in greek

Translation: regain, Dictionary: english » greek

ανακτήσει, επανακτήσει, ανακτήσουν, επανακτήσουν, ανακτήσει την
regain in greek

Other Languages

Related words

regain language dictionary greek, how to regain, regain trust, regain control, weight regain, regain energy, regain in greek

Translations

refutes in greek - διαψεύδει
refuting in greek - αντικρούοντας, διαψεύδοντας, αντίκρουση, αντικρούσει, αντικρούσουν
regained in greek - ανέκτησε, ανακτήσει, επανέκτησε, ανέκτησε την, ανέκτησαν
regaining in greek - ανάκτηση, την ανάκτηση, επανάκτηση, ανάκτηση της, να ανακτήσει
viscid in greek - γλοιώδης, κολλώδης, ιξώδους, κολλώδες, παχιάς

Random words


Regain in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ανακτήσει, επανακτήσει, ανακτήσουν, επανακτήσουν, ανακτήσει την