Renewable in greek

Translation: renewable, Dictionary: english » greek

ανανεώσιμος
renewable in greek

Additional translations

ανανεώσιμες πηγές, ανανεώσιμων, ανανεώσιμες, ανανεώσιμων πηγών, τις ανανεώσιμες πηγές

Related words

Other Languages

Related words

renewable language dictionary greek, energy, renewable energy, renewable resources, non renewable, solar energy, renewable in greek

Translations

renegotiation in greek - επαναδιαπραγμάτευση, επαναδιαπραγμάτευσης, αναδιαπραγμάτευση, αναδιαπραγμάτευσης, την επαναδιαπραγμάτευση
renew in spanish - reanudar, renovar, refrescar
renewal in greek - ανανέωση, ανανέωσης, την ανανέωση, ανανέωσή, ανανεώσεως
renewals in greek - ανανεώσεις, ανανεώσεων, ανανέωση, παρατάσεων, με ανανεώσεις
unexpressed in greek - ανέκφραστος, ανέκφραστη, ανέκφραστες, ανέκφραστα, άρρητου

Random words


Renewable in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ανανεώσιμος, ανανεώσιμες πηγές, ανανεώσιμων, ανανεώσιμες, ανανεώσιμων πηγών, τις ανανεώσιμες πηγές