Resourceful in greek

Translation: resourceful, Dictionary: english » greek

επινοητικός
resourceful in greek

Additional translations

πολυμήχανος, επινοητικοί, πολυμήχανοι, επινοητικός, πολυμήχανους

Related words

Other Languages

Related words

resourceful language dictionary greek, definition resourceful, synonym resourceful, what is resourceful, be resourceful, what does resourceful, resourceful in greek

Translations

resoundingly in greek - ηχηρώς, παταγωδώς, πανηγυρικά, ηχηρά
resource in greek - πόροι
resourcefully in spanish - ingeniosamente, hábilmente, con habilidad
resourcefulness in greek - επινοητικότητα, ευρηματικότητα, η επινοητικότητα, την επινοητικότητα, επινοητικότητά, εφευρετικότητα
wholeheartedly in greek - ολόψυχα, πλήρως, ανεπιφύλακτα, απόλυτα, θερμά

Random words


Resourceful in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επινοητικός, πολυμήχανος, επινοητικοί, πολυμήχανοι, επινοητικός, πολυμήχανους