Ruled in greek

Translation: ruled, Dictionary: english » greek

αποφάνθηκε, αποκλειστεί, έκρινε, απεφάνθη, αποκλείεται
ruled in greek

Other Languages

Related words

ruled language dictionary greek, ruled the world, ruled paper, college ruled, over ruled, ruled out, ruled in greek

Translations

idolatrously in spanish - idolátricamente, idólatramente, idólatra, idolátrica, forma idólatra
rule-of-thumb in greek - αποφανθεί, αποφαίνεται, αποκλείσει, αποκλείει, κανόνα
rulebook in greek - εγχειριδίου, εγχειριδίου κανόνων, εγχειρίδιο κανόνων, βιβλίο κανονισμών, σύνολο κανόνων
ruler in greek - χάρακας, ρίγα
rules in greek - κανόνες, κανόνων, τους κανόνες, κανόνες που, διατάξεις

Random words


Ruled in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αποφάνθηκε, αποκλειστεί, έκρινε, απεφάνθη, αποκλείεται