Satirizing in greek

Translation: satirizing, Dictionary: english » greek

σατιρίζει, σατιρίζουν, που σατιρίζει, διακωμόδηση, σατιρίζοντας
satirizing in greek

Other Languages

Related words

satirizing language dictionary greek, satirizing definition, satirizing in greek

Translations

mirror in greek - καθρέπτης, καθρέφτη, καθρέπτη, καθρέφτης, κάτοπτρο, αντικατοπτρίζω
satirized in greek - σατίρισε, σατίρισαν, σατίριζε, σατίριζαν, σατιρίζονται
satirizes in greek - σατιρίζει, καυτηριάζει, σατιρίζοντας, σατιρίζει το κλίμα, και σατιρίζει
satisfaction in greek - ικανοποίηση, αρέσκεια
satisfactions in greek - ικανοποιήσεις, ικανοποίηση, ικανοποιήσεων, ικανοποιήσεις των, οι ικανοποιήσεις

Random words


Satirizing in greek - Dictionary: english » greek
Translations: σατιρίζει, σατιρίζουν, που σατιρίζει, διακωμόδηση, σατιρίζοντας