Shopkeepers in greek

Translation: shopkeepers, Dictionary: english » greek

καταστηματάρχες, καταστηματαρχών, οι καταστηματάρχες, έμποροι, εμπόρων
shopkeepers in greek

Other Languages

Related words

shopkeepers language dictionary greek, skyrim shopkeepers, shopkeepers bell, shopkeepers in greek

Translations

shop-girl in greek - κατάστημα, shop, καταστήματος, μαγαζί, καταστημάτων
shopkeeper in greek - καταστηματάρχης, καταστηματάρχη, μαγαζάτορα, μπακάλης, μαγαζάτορας
shoplifted in spanish - hurtado, robado en tiendas
shoplifter in greek - κλέφτης καταστημάτων, κλέφτης, κλέπτων πελάτης
terminated in greek - τερματίζεται, τερματιστεί, λήξει, τερματίστηκε, καταγγελθεί

Random words


Shopkeepers in greek - Dictionary: english » greek
Translations: καταστηματάρχες, καταστηματαρχών, οι καταστηματάρχες, έμποροι, εμπόρων