Squint in greek

Translation: squint, Dictionary: english » greek

λοξοκοιτάζω
squint in greek

Additional translations

στραβισμός, αλληθωρίζω, αλλοιθωρίζω, στραβισμός τα, αλληθωρίζουν

Related words

Other Languages

Related words

squint language dictionary greek, squint eyes, the squint, eye squint, i squint, no squint, squint in greek

Translations

incarceration in greek - φυλάκιση, εγκλεισμό, φυλάκισή, φυλάκισής, της φυλάκισης
squiggling in german - verschnörkelnd
squiggly in greek - στριμμένος, παραμορφωμένη, τις τρεμάμενες, κυματιστή
squint-eyed in greek - αλλήθωρος
squinted in greek - αλλοιθώριζαν, μισόκλεισε, αλλήθωρα, μισόκλεισε τα

Random words


Squint in greek - Dictionary: english » greek
Translations: λοξοκοιτάζω, στραβισμός, αλληθωρίζω, αλλοιθωρίζω, στραβισμός τα, αλληθωρίζουν