Undulate in greek

Translation: undulate, Dictionary: english » greek

κυματώδης, κυματίζω, κυμαίνομαι, κυματοειδή, κυματοειδές
undulate in greek

Other Languages

Related words

undulate language dictionary greek, undulate definition, define undulate, definition of undulate, what does undulate, undulate in greek

Translations

pensive in greek - σκεπτικός, συλλογισμένος, ονειροπόλα, σκεπτική
undrinkable in greek - που δεν πίνεται, ακατάλληλο για πόση, μη πόσιμο, πίνεται, δεν πίνεται
undue in greek - αδικαιολόγητη, αχρεωστήτως, αδικαιολόγητες, αχρεωστήτως καταβληθέντων, αδικαιολόγητο
undulated in greek - κυματοειδή, κυματιστό, κυματοειδές, κυματοειδείς, είναι κυματοειδή
undulates in spanish - ondula

Random words


Undulate in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κυματώδης, κυματίζω, κυμαίνομαι, κυματοειδή, κυματοειδές