Abattant en grec

Traduction: abattant, Dictionnaire: français » grec

παλλόμενος, φτεροκοπώ
abattant en grec

Traductions supplémentaires

πτερύγιο, πτερυγίου, καπάκι, πτερυγίων, φτερού

Mots associés

Autres langues

Mots associés / Définition (def)

abattant dictionnaire de langue grec, abattant wc clipsable, abattant wc suspendu, abattant wc frein de chute, abattant wc japonais, abattant wc, abattant en grec

Traductions

abats en grec - εντόσθια όρνιθας, συκοτάκια πουλιών, τα εντόσθια, τα εντόσθιά τους, τα εντόσθιά, δέρνω, χτυπώ, νικώ
abattage en grec - σφαγή, σφαγής, τη σφαγή, θανάτωση, πελεκώ
abattement en grec - κατήφεια, αποθάρρυνση, μελαγχολία, δυσθυμία, έκπτωση, κόπωση, περιστολή, κατάθλιψη, ...
abattent en grec - βλαστός, πυροβολήσει, πυροβολούν, σουτ, πυροβολήσουν, χτυπώ, νικώ, δέρνω
immérité en grec - άδικο, undeserved, άδικη

Mots aléatoires

Mots aléatoires (français/anglais)


Abattant en grec - Dictionnaire: français » grec
Traductions: παλλόμενος, φτεροκοπώ, πτερύγιο, πτερυγίου, καπάκι, πτερυγίων, φτερού