Abonnir en grec

Traduction: abonnir, Dictionnaire: français » grec

βελτιώνω, αναβαθμίζω, τροποποιώ, βελτιώνομαι
abonnir en grec

Mots associés

Autres langues

Mots associés / Définition (def)

abonnir dictionnaire de langue grec, abonnir konjugieren, abonnir synonyme, abonnir conjugaison, abonnir counseling associates llc, s abonnir, abonnir en grec

Traductions

abonner en grec - εγγραφή, εγγραφείτε, κάντε εγγραφή, εγγραφτείτε, να εγγραφείτε, συνδρομητής, προσφέρω
abonnez en grec - εγγραφείτε, να εγγραφείτε, συνδρομητής, εγγραφούν, γραφτείτε, προσφέρω
abonnons en grec - προσφέρω
abonnâmes en anglais - subscribed
aborne en grec - monumented

Mots aléatoires

Mots aléatoires (français/anglais)


Abonnir en grec - Dictionnaire: français » grec
Traductions: βελτιώνω, αναβαθμίζω, τροποποιώ, βελτιώνομαι