Involuntary στα ελληνικά

Μετάφραση: involuntary, Λεξικό: αγγλικά » ελληνικά

ακούσιος
involuntary στα ελληνικά

Σχετικές λέξεις

Μεταφράσεις

invoking στα ελληνικά - επίκληση, που επικαλείται, που επικαλείται το, επικαλείται το, επικαλούμενα
involuntarily στα γερμανικά - unfreiwillig, unfreiwillige
involutes στα ισπανικά - involuciona, involutas, evolventes, evolutas
involution στα ελληνικά - εμπλοκή, ενέλιξη, παλινδρόμηση, υποστροφή, ενέλιξης

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Involuntary στα ελληνικά - Λεξικό: αγγλικά » ελληνικά
Μεταφράσεις: ακούσιος