Ενδοτικός στα βουλγαρικά

Μετάφραση: ενδοτικός, Λεξικό: ελληνικά » βουλγαρικά

отстъпителен, отстъпчив
ενδοτικός στα βουλγαρικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

ενδοτικός λεξικό γλώσσας βουλγαρικά, ενδοτικός αντώνυμα, ενδοτικός συνώνυμο, συνωνυμα ενδοτικός, ενδοτικός στα βουλγαρικά

Μεταφράσεις

ενδιαφέρων στα βουλγαρικά - интересен, интересна, интересно, интересни, интересното
ενδιαφερόμενος στα βουλγαρικά - обезпокоен, съответната, загриженост, загрижен, разглеждания
ενδοχώρα στα βουλγαρικά - хинтерланд, вътрешността, хинтерланда, вътрешността на страната, в хинтерланд
ενδυμασία στα βουλγαρικά - облекло, дрехи, облеклото, облекла, одежди
τόνος στα βουλγαρικά - тон, тонус, тонално, тонална честота, стрес, давление, ударение, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Ενδοτικός στα βουλγαρικά - Λεξικό: ελληνικά » βουλγαρικά
Μεταφράσεις: отстъпителен, отстъпчив