Επιβάτης στα βουλγαρικά

Μετάφραση: επιβάτης, Λεξικό: ελληνικά » βουλγαρικά

пътнически, пътник, на пътници, пътническия, пътническа
επιβάτης στα βουλγαρικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

επιβάτης λεξικό γλώσσας βουλγαρικά, επιβάτης του χαμένου boeing ανέβασε πριν δύο ώρες status στο facebook, επιβάτης προαστιακού, επιβάτης δάρρα, επιβάτης του μπόινγκ ανέβασε φωτογραφία δείτε τι δείχνει, επιβάτης στίχοι, επιβάτης στα βουλγαρικά

Μεταφράσεις

ενορία στα βουλγαρικά - енория, енорийски, енорията, енорийска, енорийския
επηρεάζω στα βουλγαρικά - люшкане, люшкам, поклащам, люлея, люшкам се
επιβάλλω στα βουλγαρικά - опустошавам, отмъщавам, сеят, опустошат, да опустошавам, граница, учреждение
επιβίβαση στα βουλγαρικά - пансион, на борда, качване, достъп на борда, качване на борда
επιβίωση στα βουλγαρικά - оцеляване, преживяемост, оцеляването, преживяемостта, преживяване

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Επιβάτης στα βουλγαρικά - Λεξικό: ελληνικά » βουλγαρικά
Μεταφράσεις: пътнически, пътник, на пътници, пътническия, пътническа