Κατάλυμα στα ισλανδικά

Μετάφραση: κατάλυμα, Λεξικό: ελληνικά » ισλανδικά

húsrúm, aðbúnaður
κατάλυμα στα ισλανδικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

gisting, Herbergisfél, gistingu, húsnæði, gistirými

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

κατάλυμα λεξικό γλώσσας ισλανδικά, κατάλυμα συνώνυμα, κατάλυμα λεξικό, κατάλυμα σημασία, κατάλυμα ορισμόσ, κατάλυμα γαλλίασ ρόδοσ, κατάλυμα στα ισλανδικά

Μεταφράσεις

ησυχασμός στα ισλανδικά - hesychasm, hægur, hvíla, spakur, stilltur, hvíld, afgangur, grið, ...
κατάλογος στα ισλανδικά - listi, listinn, lista, að listinn, listanum
κατάλοιπο στα ισλανδικά - leifar, leifin, eftir stendur, leif, leifinni, afgangur
κατάλυση στα ισλανδικά - efnahvarfa, catalysis
κατάπληξη στα ισλανδικά - skelfing

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Κατάλυμα στα ισλανδικά - Λεξικό: ελληνικά » ισλανδικά
Μεταφράσεις: húsrúm, aðbúnaður, gisting, Herbergisfél, gistingu, húsnæði, gistirými