Φυσικός στα ισλανδικά

Μετάφραση: φυσικός, Λεξικό: ελληνικά » ισλανδικά

líkamlega, líkamlegt, líkamleg, eðlisfræðilegan, líkamlegur
φυσικός στα ισλανδικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

φυσικός λεξικό γλώσσας ισλανδικά, φυσικός αριθμός, φυσικός κύκλος, φυσικός απογαλακτισμός, φυσικός πόρος, φυσικός πλούτος, φυσικός στα ισλανδικά

Μεταφράσεις

φυσικά στα ισλανδικά - auðvitað, að sjálfsögðu, sjálfsögðu, að sjálfsögðu er, er auðvitað
φυσική στα ισλανδικά - eðlisfræði, eðlisfræði sem, eðlisfræði til
φυσιοθεραπεία στα ισλανδικά - sjúkraþjálfun, sjúkraþjálfara, sjúkraþjálfunar, sjãºkraã¾jã¡lfun, sjãºkraã¾jã¡lfunar
φυσιολογικός στα ισλανδικά - lífeðlisfræðileg, lífeðlisfræðilegt, lífeðlisleg, lífeðlisfræðilegar, lífeðlisfræðilegum
χαλώ στα ισλανδικά - scuff, hrun

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Φυσικός στα ισλανδικά - Λεξικό: ελληνικά » ισλανδικά
Μεταφράσεις: líkamlega, líkamlegt, líkamleg, eðlisfræðilegan, líkamlegur