Αποβλακώνω στα ολλανδικά

Μετάφραση: αποβλακώνω, Λεξικό: ελληνικά » ολλανδικά

Αρχική γλώσσα:
ελληνικά
Τελική γλώσσα:
ολλανδικά
Μεταφράσεις:
verbluffen, verdoven, bedwelmen, verbijsteren, Bedwelm, stupefy, Paralitis
Αποβλακώνω στα ολλανδικά
Σχετικές λέξεις
Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις: αποβλακώνω

αποβλακώνω λεξικό γλώσσας ολλανδικά, αποβλακώνω στα ολλανδικά

Μεταφράσεις

  • αποβλάκωση στα ολλανδικά - verbijstering, bedwelming, verbazing, verdoving, stupefaction
  • αποβλέπω στα ολλανδικά - mikpunt, toeleg, strekking, honk, voornemen, bedoelen, beogen, ...
  • αποβολή στα ολλανδικά - abortus, miskraam, van abortus, de abortus, abortus te
  • απογοήτευση στα ολλανδικά - verdriet, teleurstelling, smart, desillusie, ontgoocheling, leed, tegenvaller, ...
Τυχαίες λέξεις
Αποβλακώνω στα ολλανδικά - Λεξικό: ελληνικά » ολλανδικά
Μεταφράσεις: verbluffen, verdoven, bedwelmen, verbijsteren, Bedwelm, stupefy, Paralitis