Φύλλωμα στα ολλανδικά

Μετάφραση: φύλλωμα, Λεξικό: ελληνικά » ολλανδικά

vel, gebladerte, loof, bladertooi
φύλλωμα στα ολλανδικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

gebladerte, loof, bladeren, blad, bladerdek

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

φύλλωμα λεξικό γλώσσας ολλανδικά, φύλλωμα στο λαιμο, φύλλωμα δερματος, φύλλωμα μαστου, φύλλωμα κύστης, φύλλωμα στην ουροδόχο κύστη, φύλλωμα στα ολλανδικά

Μεταφράσεις

εξιλεώνομαι στα ολλανδικά - verzoenen, goedmaken, boeten, te boeten, verzoening doen
φύλαρχος στα ολλανδικά - stam-, stammen, tribal, tribale, stam
φύλλο στα ολλανδικά - blad, leaf, bladeren, blad van, het blad, vel, gebladerte
φύλο στα ολλανδικά - geslacht, seks, sekse, sex, seksuele, kunne
φύση στα ολλανδικά - natuur, aard, karakter, nave, de natuur, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Φύλλωμα στα ολλανδικά - Λεξικό: ελληνικά » ολλανδικά
Μεταφράσεις: vel, gebladerte, loof, bladertooi, gebladerte, loof, bladeren, blad, bladerdek