Γενική στα ουγγρικά

Μετάφραση: γενική, Λεξικό: ελληνικά » ουγγρικά

általános, általában, az általános, általánosságban
γενική στα ουγγρικά

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

γενική λεξικό γλώσσας ουγγρικά, γενική γραμματεία καταναλωτή, γενική γραμματεία ισότητας, γενική γραμματεία πληροφοριακών συστημάτων, γενική γραμματεία εμπορίου, γενική γραμματεία δια βίου μάθησης, γενική στα ουγγρικά

Μεταφράσεις

γενιά στα ουγγρικά - generáció, nemzedék, generációs, generációja, generációjának, generálás
γενικά στα ουγγρικά - általában, általánosan, általánosságban, általános, általában a
γενικός στα ουγγρικά - általános, általában, az általános, általánosságban, iskolaköpeny, átfogó, munkaköpeny
γενικότητα στα ουγγρικά - általánosság, az általánosság, általánosságának, általánossága, általánosságát
δυσαρέσκεια στα ουγγρικά - neheztelés, nemtetszés, nemtetszését, haragját, nemtetszésének, kielégítetlenség, elhidegülés, elégedetlenség

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Γενική στα ουγγρικά - Λεξικό: ελληνικά » ουγγρικά
Μεταφράσεις: általános, általában, az általános, általánosságban