Ενήλικος στα ρωσικά

Μετάφραση: ενήλικος, Λεξικό: ελληνικά » ρωσικά

пожилой, взрослый, совершеннолетний, великовозрастный
ενήλικος στα ρωσικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

для взрослых, взрослый, взрослых, взрослого, взрослая

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

ενήλικος λεξικό γλώσσας ρωσικά, ενήλικος ορισμός, ενήλικος σημασια, ενήλικος ημιπληγικός bobath, ενήλικος ή ενήλικας, ενήλικος σκύλος, ενήλικος στα ρωσικά

Μεταφράσεις

ενέργεια στα ρωσικά - действие, действия, действий, акция, деятельность, слушание, рассматривание, ...
ενήλικας στα ρωσικά - для взрослых, взрослый, взрослых, взрослого, взрослая, пожилой, совершеннолетний, ...
ενίσχυση στα ρωσικά - усиление, усиления, амплификации, амплификация, амплификацию, подкрепление, усугубление, пополнение, ...
εναγής στα ρωσικά - истец, истца, истцом, истцу, истица, ужасный, омерзительный, противный, ...
λαγκάδι στα ρωσικά - дол, дейл, дэйл, dale, долина, ярость, теснина, зоб, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Ενήλικος στα ρωσικά - Λεξικό: ελληνικά » ρωσικά
Μεταφράσεις: пожилой, взрослый, совершеннолетний, великовозрастный, для взрослых, взрослый, взрослых, взрослого, взрослая