Μομφή στα ρωσικά

Μετάφραση: μομφή, Λεξικό: ελληνικά » ρωσικά

порицание, осуждение, критика, хула
μομφή στα ρωσικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

упрек, упрекнуть, упрекать, упрека, укор

Σχετικές λέξεις

Άλλες γλώσσες

Σχετικές λέξεις

μομφή λεξικό γλώσσας ρωσικά, μομφή σημαίνει, μομφή βικιπαιδεια, μομφή σημασία, μομφή ορισμός, μομφή συνώνυμο, μομφή στα ρωσικά

Μεταφράσεις

βολικός στα ρωσικά - удобный, удобно, удобным, удобное, удобной, укромный, годный, подходящий, ...
μολύβι στα ρωσικά - карандаш, карандашом, карандаша, пучок, карандашный, кисть
μολύνω στα ρωσικά - заражать, заразить, инфицировать, заражают, заражения, портить, осквернять, ...
μονάδα στα ρωσικά - блок, устройство, единица, подразделение, узел, киловатт-час, подраздел, целое, ...
μονή στα ρωσικά - аббатство, abbey, аббатства, монастырь, аббатством, монахиня, ...

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Μομφή στα ρωσικά - Λεξικό: ελληνικά » ρωσικά
Μεταφράσεις: порицание, осуждение, критика, хула, упрек, упрекнуть, упрекать, упрека, укор