Avtal στα ελληνικά

Μετάφραση: avtal, Λεξικό: σουηδικά » ελληνικά

συστέλλομαι, ετοιμασία, συνθήκη, συνέδριο, συνέλευση, προσβάλλομαι, διευθέτηση, σύμβαση, διακανονισμός, συμφωνία, συμβόλαιο, τακτοποίηση
avtal στα ελληνικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

συμφωνία, σύμβαση, συμφωνίας, συμφωνίας για

Σχετικές λέξεις

Μεταφράσεις

avtagande στα ελληνικά - φθίνουσα, μειώνοντας, μείωση, μειώνεται, τη μείωση, ανακοπή, ανάρτηση, εναιώρημα, ...
avtagsväg στα ελληνικά - turn-, στροφή
avtrubba στα ελληνικά - αποτραχύνω, αποευαισθητοποιεί, απευαισθητοποιούν, απευαισθητοποιήσουν, απευαισθητοποιήσει, μονοκόμματος, αμβλύς, απότομος
avtvinga στα ελληνικά - αποσπώ, αποσπάσουν, αποσπούν, εκμαιεύσουν, extort, εκβιάζω

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Avtal στα ελληνικά - Λεξικό: σουηδικά » ελληνικά
Μεταφράσεις: συστέλλομαι, ετοιμασία, συνθήκη, συνέδριο, συνέλευση, προσβάλλομαι, διευθέτηση, σύμβαση, διακανονισμός, συμφωνία, συμβόλαιο, τακτοποίηση, συμφωνία, σύμβαση, συμφωνίας, συμφωνίας για