Askel στα ελληνικά

Μετάφραση: askel, Λεξικό: φινλανδικά » ελληνικά

τσαλαπατώ, βηματίζω, βήμα, δρασκελίζω, ρυθμός, πατημασιά, διάβημα, δρασκελιά, φόρα
askel στα ελληνικά

Πρόσθετες μεταφράσεις

βήμα, στάδιο, βαθμίδα, το βήμα, σταδίου

Σχετικές λέξεις

Μεταφράσεις

askare στα ελληνικά - αγγαρεία, μικροδουλειά, μικροδουλειάς, την μικροδουλειά, κατοχή, επάγγελμα, κατάληψη, ...
askeettinen στα ελληνικά - ασκητικός, ασκητής, ασκητική, ασκητή, ασκητικό
askelma στα ελληνικά - βήμα, στάδιο, βαθμίδα, το βήμα, σταδίου, βηματίζω, πατημασιά, ...
askelmitta στα ελληνικά - το μέγεθος του βήματος, το μέγεθος βήματος, ρυθμός, βηματίζω, φόρα, δρασκελίζω, βήμα, δρασκελιά

Τυχαίες λέξεις

Τυχαίες λέξεις (ελληνικά/αγγλικά)


Askel στα ελληνικά - Λεξικό: φινλανδικά » ελληνικά
Μεταφράσεις: τσαλαπατώ, βηματίζω, βήμα, δρασκελίζω, ρυθμός, πατημασιά, διάβημα, δρασκελιά, φόρα, βήμα, στάδιο, βαθμίδα, το βήμα, σταδίου