Αγροίκος in english

Translation: αγροίκος, Dictionary: greek » english

boorish, churl, coarse, rude, churlish
αγροίκος in english

Additional translations

boorish, lout, clownish, roughneck, bounder

Related words

Synonyms & Translations

boorish
  • αγροίκος
  • άξεστος

rustic
  • αγροτικός
  • αγροίκος
  • χοντροκαμωμένος
  • χωριάτικος
  • χωρικός

rude
  • αγενής
  • τραχύς
  • αγροίκος
  • ανάγωγος
  • βάναυσος

curmudgeon
  • μίζερος
  • αρπακτικός
  • αγροίκος

clownish
  • γελοίος
  • αδέξιος
  • αγροίκος

Translations

αγράμματος in english - illiterate, uneducated, ignorant, unlettered, literate
αγριοκοιτάζω in english - glare
αγροικία in english - farmhouse, cottage, country house, farm house, the farmhouse
αγροτικός in english - rural, agricultural, agrarian, rustic, a rural

Random words


Αγροίκος in english - Dictionary: greek » english
Translations: boorish, churl, coarse, rude, churlish, boorish, lout, clownish, roughneck, bounder