Dotare in greco

Traduzione: dotare, Dizionario: italiano » greco

προικίσει, προικίσουν, προσδίδουν, αποκτήσει, τροφοδότηση
dotare in greco

Altre lingue

Parole correlate

dotare dizionario di lingua greco, dotare in francese, donare sinonimi, notare sinonimo, dotare traduzione inglese, dotare minima cabinete medicale, dotare in greco

Traduzioni

caro in greco - αγαπητός, αγαπητέ, αγαπητοί, αγαπητή, αξιότιμοι, αγαπημένος, ωραίος, δαπανηρός, ...
dose in greco - δόση, δόσης, τη δόση, της δόσης, δόσεων, δοσολογία
dosso in greco - πίσω, πλάτη, πίσω μέρος, άμυνα, back, ενισχύω, υποστηρίζω
dote in greco - προίκα, προίκας, την προίκα, προικιά, τα προικιά, προικοδότηση, χάρισμα
dotto in greco - μάθει, έμαθαν, έμαθε, έμαθα, αντλήθηκαν

Parole a caso

Parole a caso (italiano/inglese)


Dotare in greco - Dizionario: italiano » greco
Traduzioni: προικίσει, προικίσουν, προσδίδουν, αποκτήσει, τροφοδότηση