Idrocarburo in greco

Traduzione: idrocarburo, Dizionario: italiano » greco

υδρογονάνθραξ, υδρογονάνθρακα, υδρογονανθράκων, υδρογονάνθρακας, υδρογονάνθρακος
idrocarburo in greco

Altre lingue

Parole correlate

idrocarburo dizionario di lingua greco, idrocarburo significato, idrocarburo alifatico, idrocarburo alifatico saturo, idrocarburo combustibile, idrocarburo saturo, idrocarburo in greco

Traduzioni

idoneo in greco - κατάλληλος, κατάλληλο, κατάλληλη, κατάλληλα, κατάλληλες, βολικός, πρόσφορος, ...
idraulico in greco - υδραυλικός, υδραυλικό, υδραυλική, υδραυλικά, υδραυλικού
idrofilo in greco - υδρόφιλα, υδρόφιλη, υδρόφιλο, υδρόφιλες, υδρόφιλων
idrofobia in greco - λύσσα, υδροφοβία, τρέλα
indifferenza in greco - αδιαφορία, αδιαφορίας, την αδιαφορία, η αδιαφορία, της αδιαφορίας

Parole a caso

Parole a caso (italiano/inglese)


Idrocarburo in greco - Dizionario: italiano » greco
Traduzioni: υδρογονάνθραξ, υδρογονάνθρακα, υδρογονανθράκων, υδρογονάνθρακας, υδρογονάνθρακος