Desperat på gresk

Oversettelse: desperat, Ordbok: norsk » gresk

απελπισμένος, απεγνωσμένος
desperat på gresk

Tilleggs oversettelser

απεγνωσμένα, απελπισμένα, απελπιστικά, απολύτως, επειγόντως

Relaterte ord

Andre språk

Relaterte ord

desperat språk ordbok gresk, desperat wikipedia, desperat kryssord, desperat engelsk, desperat etter jobb, desperat definisjon, desperat på gresk

Oversettelser

desinfeksjon på gresk - απολύμανση, απολύμανσης, την απολύμανση, η απολύμανση, της απολύμανσης
desinfisere på gresk - απολυμαίνουν, απολυμάνετε, την απολύμανση, απολυμαίνει, να απολυμαίνονται, απολυμαίνω
dessert på gresk - επιδόρπιο, γλυκό, επιδορπίων, το επιδόρπιο, επιδόρπιο στοιχεία εστιατορίου, καραμέλα, γλυκός
dessuten på gresk - επί πλέον, επιπλέον, εξάλλου, περαιτέρω, άλλωστε
forpurre på gresk - ματαιώσει, ματαιώσουν, ματαίωση, εμποδίσει, οδηγήσουν σε ματαίωση, ματαιώνω, αποτρέπω

Tilfeldige ord

Tilfeldige ord (norsk/engelsk)


Desperat på gresk - Ordbok: norsk » gresk
Oversettelser: απελπισμένος, απεγνωσμένος, απεγνωσμένα, απελπισμένα, απελπιστικά, απολύτως, επειγόντως