Uatskillelig på gresk

Oversettelse: uatskillelig, Ordbok: norsk » gresk

αχώριστος, αδιαχώριστες, αδιαχώριστο, αδιαχώριστη, άρρηκτα συνδεδεμένη
uatskillelig på gresk

Andre språk

Relaterte ord

uatskillelig språk ordbok gresk, uatskillelig definisjon, uadskillelig uatskillelig, uatskillelig engelsk, uatskillelig synonym, uatskillelig kryssord, uatskillelig på gresk

Oversettelser

klokskap på gresk - σύνεση, σύνεσης, συντηρητικότητας, της σύνεσης, προληπτικούς, αγχίνοια, σωφροσύνη
uanstendig på gresk - ανήθικος, άσεμνος, αισχρός, άσεμνο, άσεμνες
uansvarlig på gresk - ανεύθυνος, ανεύθυνη, ανεύθυνο, ανεύθυνες, ανεύθυνης
uavhengig på gresk - ανεξάρτητος, ανεξάρτητη, ανεξάρτητο, ανεξάρτητων, ανεξάρτητες, αυτεξούσιος
uavhengighet på gresk - ανεξαρτησία, ανεξαρτησίας, την ανεξαρτησία, της ανεξαρτησίας, η ανεξαρτησία

Tilfeldige ord

Tilfeldige ord (norsk/engelsk)


Uatskillelig på gresk - Ordbok: norsk » gresk
Oversettelser: αχώριστος, αδιαχώριστες, αδιαχώριστο, αδιαχώριστη, άρρηκτα συνδεδεμένη