Ininterrupto em grego

Tradução: ininterrupto, Dicionário: português » grego

μόνιμος, διαρκείας
ininterrupto em grego

Traduções adicionais

αδιάλειπτη, αδιάκοπη, απρόσκοπτη, χωρίς διακοπή, αδιάλειπτης

Palavras relacionadas

Outras línguas

Palavras relacionadas

ininterrupto dicionário de língua grego, ininterrupto antonimo, ininterrupto sinonimos, ininterrupto priberam, ininterrupto sinonimo, ininterrupto dicionario, ininterrupto em grego

Traduções

empreitada em grego - σύμβαση, συμβόλαιο, σύμβασης, συμβάσεως, συμβάσεων, ρυτίδα, υπόθεση, επιχείρηση, ...
iniciar em grego - αρχή, εκκίνηση, ξεκίνημα, έναρξη, έναρξης, εγκαινιάζω, αρχίζω, ...
inimigo em grego - εχθρός, εχθρό, εχθρού, του εχθρού, τον εχθρό, αντιπολίτευση, αντίπαλος, αντίθεση, ...
injectar em grego - ένεση, την ένεση, έγχυση, ενέσετε, εισφέρει, εισάγω, εμφυσώ
injecção em grego - ένεση, έγχυση, ένεσης, ενέσιμο, έγχυσης

Palavras aleatórias

Palavras aleatórias (português/inglês)


Ininterrupto em grego - Dicionário: português » grego
Traduções: μόνιμος, διαρκείας, αδιάλειπτη, αδιάκοπη, απρόσκοπτη, χωρίς διακοπή, αδιάλειπτης