Urmakare på grekiska

Översättning: urmakare, Ordbok: svenska » grekiska

ωρολογοποιός, ωρολογοποιία, ωρολογοποιού, ωρολογοποιίας, εταιρεία ωρολογοποιίας
urmakare på grekiska

Andra språk

Relaterade ord: urmakare

urmakare språkordbok grekiska, urmakare kungsholmen, urmakare göteborg, urmakare uppsala, urmakare malmö, urmakare lund, urmakare på grekiska

Översättningar

förfära på grekiska - τρομάζω, τρομάξει, τρομοκρατούσαν, θα τρομοκρατούσαν τους, θα τρομοκρατούσαν, ανησυχία, τρόμος, κατατρομάζω
urin på grekiska - ούρα, ούρων, τα ούρα, των ούρων, στα ούρα
urkund på grekiska - ρεκόρ, καταγραφή, εγγραφή, αρχείο, η εγγραφή, έγγραφο
urna på grekiska - δοχείο, υδρία, λάρνακα, urn, τεφροδόχο
ursinnig på grekiska - έξαλλος, εξαγριωμένος, έξω φρενών, μανιώδη, εξαγριωμένη, μαινόμενος, μανιασμένος, άγριος, ...

Slumpa ord

Slumpa ord (svenska/engelska)


Urmakare på grekiska - Ordbok: svenska » grekiska
Översättningar: ωρολογοποιός, ωρολογοποιία, ωρολογοποιού, ωρολογοποιίας, εταιρεία ωρολογοποιίας