Abating in greek

Translation: abating, Dictionary: english » greek

υποχώρηση, αμβλύνεται, ύφεσης, υποχώρησης, σε υποχώρηση
abating in greek

Other Languages

Related words

abating language dictionary greek, abating definition, abating in greek

Translations

abatements in greek - εκπτώσεις, μειώσεις, εκπτώσεων, ελαφρύνσεις, περιορισμό κατά
abates in greek - υποχωρεί, κοπάσει, υποχωρήσει, υποχωρεί ο
abattoir in greek - σφαγείο
abbacies in spanish - abadías
arm-chair in greek - πολυθρόνα, καρέκλα

Random words


Abating in greek - Dictionary: english » greek
Translations: υποχώρηση, αμβλύνεται, ύφεσης, υποχώρησης, σε υποχώρηση