Adjudged in greek

Translation: adjudged, Dictionary: english » greek

κριθεί, κρίνεται, κηρυχθεί, κηρυχθεί σε, επιδικασθέν
adjudged in greek

Other Languages

Translations

adjourns in greek - γυρνάει, αναβάλλει, συνέρχεται, μαθητείας συνέρχεται, γυρνάει πίσω
adjudge in greek - αποφαίνομαι
adjudges in greek - κρίνει
adjudging in spanish - adjudicación
person in greek - άνθρωπος, άτομο, πρόσωπο

Random words


Adjudged in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κριθεί, κρίνεται, κηρυχθεί, κηρυχθεί σε, επιδικασθέν