Authorizers in greek

Translation: authorizers, Dictionary: english » greek

διατάκτες
authorizers in greek

Other Languages

Related words

authorizers language dictionary greek, charter school authorizers, authorizers in greek

Translations

authorized in greek - εξουσιοδοτημένο, εξουσιοδοτημένος, επιτρέπεται, εξουσιοδότησε, εγκριθεί
authorizer in greek - εγκεκριμένο για, εγκεκριμένος για
authorizes in greek - εξουσιοδοτεί, επιτρέπει, εγκρίνει, εγκρινει, επιτρέπει στα
authorizing in greek - αρμόδιος, αρμόδιο, διατάκτη, αρμόδιου, εκδίδουσα
insular in german - insel, insular

Random words


Authorizers in greek - Dictionary: english » greek
Translations: διατάκτες