Blamefully in greek

Translation: blamefully, Dictionary: english » greek

επικριτικά, με ποιό
blamefully in greek

Other Languages

Translations

blamed in greek - κατηγόρησε, κατηγορηθεί, κατηγορείται, κατηγορούνται, κατηγόρησαν
blameful in spanish - inculpadora, censurable
blameless in greek - άμεμπτος, άψογος, άμεμπτη, άμοιρη ευθυνών, άμεμπτοι
blamelessly in greek - ανεπίληπτα
dime in greek - δεκάρα, δεκάρας, δεκαρών, δεκάρα για

Random words


Blamefully in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επικριτικά, με ποιό