Chainless in greek

Translation: chainless, Dictionary: english » greek

χωρίς αλυσοδέτηση, ξωρίς αλυσίδες
chainless in greek

Other Languages

Related words

chainless language dictionary greek, chainless bike, chainless bicycle, chainless crochet, chainless foundation, chainless foundation crochet, chainless in greek

Translations

chained in greek - αλυσοδεθεί, αλυσοδεμένο, αλυσοδεμένος, αλυσοδεμένα, αλυσίδας
chaining in greek - αλυσιδωτή σύνδεση, αλύσωσης, αλυσοποίησης, αλυσοποίηση, η αλυσιδωτή σύνδεση
chains in greek - αλυσίδες, αλυσίδων, οι αλυσίδες, αλύσων, αλύσους
chainsaw in greek - αλυσοπρίονο, αλυσοπρίονα, αλυσοπρίονου, αλυσοπρίονων, το αλυσοπρίονο
liechtenstein in greek - λιχτενστάιν, το λιχτενστάιν, του λιχτενστάιν, λίχτενσταϊν, λιχτενστάϊν

Random words


Chainless in greek - Dictionary: english » greek
Translations: χωρίς αλυσοδέτηση, ξωρίς αλυσίδες