Chick in greek

Translation: chick, Dictionary: english » greek

κοτοπουλάκι, κόμματος
chick in greek

Additional translations

νεοσσός, κοτοπουλάκι, πιτσιρίκα, γκόμενα, κοτόπουλου

Related words

Other Languages

Related words

chick language dictionary greek, chick a fil, chick fil, hot chick, black chick, chick flicks, chick in greek

Translations

chicanery in greek - στρεψοδικία, δικολαβισμός, δικολαβισμών, στρεψοδικίας, πονηρού
chicanes in greek - σικέιν, χρήση τεχνικών εμποδίων
chick-pea in greek - ρεβίθι, ρεβιθιά
chick-weed in greek - γκόμενα, κοτόπουλου, νεοσσού, νεοσσών, όρνιθας
pumpernickel in greek - ψωμί σικάλεως, σικάλεως, είδος άρτου από σίκαλιν

Random words


Chick in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κοτοπουλάκι, κόμματος, νεοσσός, κοτοπουλάκι, πιτσιρίκα, γκόμενα, κοτόπουλου