Collectedness in greek

Translation: collectedness, Dictionary: english » greek

ψυχραιμία
collectedness in greek

Other Languages

Translations

collected in greek - συλλέγονται, συλλέχθηκαν, συλλέγεται, που συλλέγονται, συλλέχθηκε
collectedly in french - recueillement
collecting in greek - συλλογή, συλλογής, τη συλλογή, συλλέγοντας, είσπραξη
collection in spanish - colecta, colección
holes in greek - τρύπες, οπές, οπών, τρυπών, τις τρύπες

Random words


Collectedness in greek - Dictionary: english » greek
Translations: ψυχραιμία