Commandeered in greek

Translation: commandeered, Dictionary: english » greek

επιτάχθηκε, επιτάξει, επιταγμένο, επίταξε, επιτάξανε
commandeered in greek

Other Languages

Related words

commandeered language dictionary greek, commandeered definition, commandeered in greek

Translations

commanded in greek - διέταξε, εντολή, πρόσταξε, την εντολή, εντολής
commandeer in greek - επιτάσσω, επιτάξει, επιτάξουν, ελέγξει την
commandeering in greek - επιτάσσω
commandeers in greek - επιτάσσει
helper in greek - βοηθός, βοηθητικών, βοηθητικά, βοηθητικό, βοηθητικού

Random words


Commandeered in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επιτάχθηκε, επιτάξει, επιταγμένο, επίταξε, επιτάξανε