Compound in greek

Translation: compound, Dictionary: english » greek

επιδεινώνω, σύνθετος
compound in greek

Additional translations

χημική ένωση, ένωση, ένωσης, ενώσεως, ένωση του

Related words

Other Languages

Related words

compound language dictionary greek, the compound, compound interest, compound bow, compound formula, compound calculator, compound in greek

Translations

composure in greek - ψυχραιμία, ηρεμία, την ψυχραιμία, αυτοκυριαρχία, την ηρεμία, αταραξία
compote in greek - κομπόστα, κομπόστας, της κομπόστας, κομπόστες, η κομπόστα
compoundable in greek - ανακατεύσιμος
compounded in greek - επιδεινώνεται, συνδυάζεται, συνδυάζονται, προστεθεί, επιδεινώνονται
sneered in greek - σαρκαστικά, έγραψε σαρκαστικά, σάρκασε ο, σάρκασε

Random words


Compound in greek - Dictionary: english » greek
Translations: επιδεινώνω, σύνθετος, χημική ένωση, ένωση, ένωσης, ενώσεως, ένωση του