Concurs in greek

Translation: concurs, Dictionary: english » greek

Source language:
english
Target language:
greek
Translations:
Συμμερίζεται, συμφωνεί, συμφώνου, της συμφώνου, συμφωνεί επί
Concurs in greek
Other Languages

Related words: concurs

concurs language dictionary greek, concurs in greek

Translations

  • concurrently in greek - ταυτόχρονα
  • concurring in greek - συγκλίνουσες, σύμφωνη, σύμφωνης, συγκλινουσών, συντρέχουσες
Random words
Concurs in greek - Dictionary: english » greek
Translations: Συμμερίζεται, συμφωνεί, συμφώνου, της συμφώνου, συμφωνεί επί