Consented in greek

Translation: consented, Dictionary: english » greek

συναίνεσε, συναινέσει, συγκατατέθηκε, συγκατατεθεί, δώσει τη συγκατάθεσή
consented in greek

Other Languages

Related words

consented language dictionary greek, consented to, consented definition, consented in greek

Translations

consentaneity in portuguese - congruência
consentaneous in italian - consentanei
consentient in german - zustimmend
consenting in greek - συναινούντων, συγκατάθεσή, τη συγκατάθεσή, συναινούν, συναινεί
imbecilities in spanish - imbecilidades, estupideces, imbecilidad, las imbecilidades

Random words


Consented in greek - Dictionary: english » greek
Translations: συναίνεσε, συναινέσει, συγκατατέθηκε, συγκατατεθεί, δώσει τη συγκατάθεσή