Contracture in greek

Translation: contracture, Dictionary: english » greek

σύσπαση, συστολή, σύσπασης, συστολής, σύγκαμψη
contracture in greek

Other Languages

Related words

contracture language dictionary greek, capsular contracture, breast contracture, capsular contracture breast, flexion, flexion contracture, contracture in greek

Translations

contractual in german - vertraglich
contractually in greek - συμβατικά, συμβατικώς, συμβατική, σύμβαση, με σύμβαση
contradict in greek - διαψεύδω, αντιλέγω, αντιφάσκω
contradictable in greek - αντικρούσιμος, αντιφατικό, αντιφατικών μεταξύ, αντιφατικών μεταξύ τους
scram in greek - φεύγω γρήγορα

Random words


Contracture in greek - Dictionary: english » greek
Translations: σύσπαση, συστολή, σύσπασης, συστολής, σύγκαμψη