Couplings in greek

Translation: couplings, Dictionary: english » greek

σύνδεσμοι, συζεύξεις, συνδέσμων, συνδέσμους, ζεύξεις
couplings in greek

Other Languages

Related words

couplings language dictionary greek, coupling, hose couplings, quick couplings, shaft couplings, pvc couplings, couplings in greek

Translations

couplet in greek - δίστιχο, μαντινάδα, κουπλέ
coupling in spanish - acoplamiento
coupon in greek - κουπόνι, τοκομερίδιο, κουπονιού, τοκομεριδίου, τοκομεριδίων
coups in greek - πραξικοπήματα, πραξικοπημάτων, χτυπήματα, τα πραξικοπήματα, κινήματα
enforcing in greek - την επιβολή, επιβολή, εφαρμογή, επιβολής, εκτέλεσης

Random words


Couplings in greek - Dictionary: english » greek
Translations: σύνδεσμοι, συζεύξεις, συνδέσμων, συνδέσμους, ζεύξεις