Creping in greek

Translation: creping, Dictionary: english » greek

κρεπάρισμα, ερπυσμού, κρεπαρίσματος, ερπυσμό, ερπυστικής
creping in greek

Other Languages

Translations

crepe in greek - κρεπ, ερπυσμού, κρέπα, κρέπας
creped in greek - ερπύστηκε, ερπυσμένο, κρεπαρισμένη, ερπυσθεί, ερπυσμένος
crepitate in greek - τρίζω
crept in greek - παρεισφρήσει, συρθεί, παρεισέφρησε, έχουν συρθεί
truants in greek - απόντες

Random words


Creping in greek - Dictionary: english » greek
Translations: κρεπάρισμα, ερπυσμού, κρεπαρίσματος, ερπυσμό, ερπυστικής