Delusion in greek

Translation: delusion, Dictionary: english » greek

αυταπάτη, ψευδαίσθηση, πλάνη, παραληρητική ιδέα, αυταπάτης
delusion in greek

Other Languages

Related words

delusion language dictionary greek, god delusion, the god delusion, delusion definition, dawkins delusion, dawkins, delusion in greek

Translations

deluges in greek - κατακλυσμοί
deluging in greek - κατακλύσει, κατακλύσει την, να κατακλύσει, να κατακλύσει την
delusional in greek - παραληρητικές, παραληρητική, παραληρηματική, απατηλή, παραισθήσεις
delusions in greek - αυταπάτες, ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, παραληρητικές ιδέες, παραλήρημα
soundest in greek - σωστότερη, αδιαμφισβήτητα, αδιαμφισβήτητα κατά, αδιαμφισβήτητα κατά το, άποψη λογικότερη

Random words


Delusion in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αυταπάτη, ψευδαίσθηση, πλάνη, παραληρητική ιδέα, αυταπάτης