Delved in greek

Translation: delved, Dictionary: english » greek

Βυθίστηκα, ερεύνησε, ευθαρσώς, διερεύνησε, εμβαθύνει
delved in greek

Other Languages

Related words

delved language dictionary greek, delved into, delved definition, delved in greek

Translations

deluxe in greek - λουξ, deluxe, πολυτελή, πολυτελές, πολυτελείς
delve in greek - σκάβω, σκαλίζω, ψάχνω, υπεισέρχεται, ερευνήσουμε, ερευνώ, αναζητώ
delves in greek - delves
demagnetising in greek - απομαγνητιστική, απομαγνητισμού, απομαγνήτισης, απομαγνητισμού που, απομαγνητισμού την
striven in greek - προσπάθησε, αγωνίστηκε, αγωνιστεί, αγωνίστηκαν, επιδίωξε

Random words


Delved in greek - Dictionary: english » greek
Translations: Βυθίστηκα, ερεύνησε, ευθαρσώς, διερεύνησε, εμβαθύνει