Dignifying in greek

Translation: dignifying, Dictionary: english » greek

αξιοπρεπές
dignifying in greek

Other Languages

Translations

dignifies in greek - κοσμεί, δίνει αξία, δίνει αξία και
dignify in greek - τιμώ, προσδοθεί κύρος, προσδίδω αξία, εξυψώ, προσδίδω αξιοπρέπεια
dignitaries in greek - αξιωματούχους, αξιωματούχοι, αξιωματούχων, προσωπικότητες, επισήμων
dignitary in greek - αξιωματούχος, αξιωματούχου, αξιωματούχο που, αξιωματούχου από, επισκοπικά τους
relegation in greek - υποβιβασμός, υποβιβασμού, του υποβιβασμού, υποβιβασμό

Random words


Dignifying in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αξιοπρεπές