Disorderliness in greek

Translation: disorderliness, Dictionary: english » greek

αταξία, ακαταστασίες
disorderliness in greek

Other Languages

Translations

disordered in spanish - desordenado
disordering in greek - αταξία, αποδιάταξη, αποδιοργάνωση, ακαταστασία, αταξίας
disorderly in greek - ακατάστατος, άτακτος, χαώδης
disorders in greek - διαταραχές, διαταραχές του, διαταραχών, παθήσεις, παθήσεων
dispassionately in greek - ψύχραιμα, ψυχραιμία, αμερόληπτα, χωρίς πάθος

Random words


Disorderliness in greek - Dictionary: english » greek
Translations: αταξία, ακαταστασίες