Encroached in greek

Translation: encroached, Dictionary: english » greek

σφετερίστηκε, σφετεριστεί, εισήλθαν, καταπάτησε, αυτή αντλεί
encroached in greek

Other Languages

Translations

encouragingly in greek - είναι ενθαρρυντικό ότι, ενθαρρυντικό είναι το, το ενθαρρυντικό είναι, ενθαρρυντικό γεγονός, ενθαρρυντικές είναι
encroach in french - empiétez, empiètent, empiétons, enfreindre, empiéter
encroaches in greek - καταπατά, σφετερίζεται, διεισδύει, προσβάλλει, επεμβαίνει
encroaching in greek - καταπατά
possessiveness in greek - κτητικότητα, η κτητικότητα, την κτητικότητα, κτητικότητας

Random words


Encroached in greek - Dictionary: english » greek
Translations: σφετερίστηκε, σφετεριστεί, εισήλθαν, καταπάτησε, αυτή αντλεί