Equated in greek

Translation: equated, Dictionary: english » greek

εξισώνεται, εξισώνονται, εξομοιώνεται, εξομοιώνονται, ταυτίζεται
equated in greek

Other Languages

Related words

equated language dictionary greek, equated to, equated definition, equated in greek

Translations

equanimity in greek - γαλήνη, αταραξία, ισοψυχίας, τη ψυχραιμία, ισοψυχία, ηρεμία
equate in french - aplanir, égaliser
equating in greek - ταυτίζοντας, εξισώνοντας, εξομοιώνοντάς, εξίσωση, εξισώνει
equation in greek - εξίσωση, εξίσωσης, την εξίσωση, εξισώσεως, εξίσωση που
farrowed in greek - γέννας, τεκνοποιήσει, γέννησαν, γεννήσει, γεννήθηκαν

Random words


Equated in greek - Dictionary: english » greek
Translations: εξισώνεται, εξισώνονται, εξομοιώνεται, εξομοιώνονται, ταυτίζεται